στενός


στενός
3 узкий, тесный

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "στενός" в других словарях:

  • στενός — narrow masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στένος — narrow neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στενός — Όνομα δύο οικισμών. 1. Ορεινός οικισμός (45 κάτ., υψόμ. 500 μ.) στην επαρχία Καλαβρύτων του νομού Αχαΐας. Υπάγεται διοικητικά στην κοινότητα Παγκρατίου. 2. Παράλιος οικισμός (5 κάτ., υψόμ. 30 μ.), στην επαρχία Παρνασσίδας του νομού Φωκίδας.… …   Dictionary of Greek

  • στένος — Όνομα δύο οικισμών. 1. Ορεινός οικισμός (45 κάτ., υψόμ. 500 μ.) στην επαρχία Καλαβρύτων του νομού Αχαΐας. Υπάγεται διοικητικά στην κοινότητα Παγκρατίου. 2. Παράλιος οικισμός (5 κάτ., υψόμ. 30 μ.), στην επαρχία Παρνασσίδας του νομού Φωκίδας.… …   Dictionary of Greek

  • στενός — [сгенос] εκ. узкий, тесный, близкий, тесный …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • στενός — ή, ό επίρρ. ά 1. αυτός που έχει μικρό πλάτος: Οιδρόμοι στην πόλη μας είναι πολύ στενοί. 2. κοντινός: Είναι πολύ στενοί φίλοι ή συγγενείς. – Ανέπτυξαν στενές σχέσεις. 3. φρ., «με τη στενή έννοια», με την κυριολεκτική σημασία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • στεινά — στενός narrow neut nom/voc/acc pl (ionic) στεινά̱ , στενός narrow fem nom/voc/acc dual (ionic) στεινά̱ , στενός narrow fem nom/voc sg (doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στεινότερον — στενός narrow adverbial comp (ionic) στενός narrow masc acc comp sg (ionic) στενός narrow neut nom/voc/acc comp sg (ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στενά — στενός narrow neut nom/voc/acc pl στενά̱ , στενός narrow fem nom/voc/acc dual στενά̱ , στενός narrow fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στενῶν — στένος narrow neut gen pl (attic epic doric) στενάζω sigh deeply fut part act masc voc sg στενάζω sigh deeply fut part act neut nom/voc/acc sg στενάζω sigh deeply fut part act masc nom sg (attic epic ionic) στενός narrow fem gen pl στενός narrow… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στενώτερον — στενός narrow adverbial comp στενός narrow masc acc comp sg στενός narrow neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)